
Α ΡΕ ΠΑΠΠΟΥ...
Θυμάμαι τον παππού μου... Πως ενθουσιαζόταν όταν έφτανε το τέλος της σχολικής χρονιάς. Πιο πολύ κι από μένα !... Κτελ Κηφισού, επτάμιση ώρες ταξίδι και Γιάννενα... πατρίδα. Άλλαζε όψη, φώτιζε το προσωπό του. Καθόμασταν κανα πενταήμερο στο σπίτι στη Καλούτσιανη και με πήγαινε στα κλασσικά - τετράγωνο για μπάλα, Λιθαρίτσια για παιδική χαρά και μετα Μικυ Μάους, μπουγάτσα στο Sellect ή στον Σακελλαρίου, στάνταρ στο νησάκι και επίσης στάνταρ στο μόλο με μια ρόκα στο χέρι. Μετά ερχόταν εκείνο το ταξί του κυρίου Θωμά το τεράστιο (φανταστείτε Mercedes ταξί στις αρχές της δεκαετίας του '80 - οι παλιότεροι το 'χετε). Και θυμάμαι εκείνες τις τσάντες από δερματίνη που δεν χωρούσαν άλλες προμήθειες και αναγκαστικά, επειδή δεν κούμπωναν, τις έδενε η γιαγιά μου με σπάγκο. Μου φαινόταν ολόκληρο ταξίδι το Γιάννενα - Βίτσα, πόσο μάλλον όταν πηγαίναμε με το λεωφορείο και εκεί που ήμουν έτοιμος να δώ τη Βίτσα στην επόμενη στροφή, το δρομολόγιο έλεγε πρώτα Άνω - Κάτω Πεδινά, μετά Ελαφότοπος και μετά Βίτσα...Με το ταξί ήταν χλιδάτα δεν το συζητάω...
Κάποια στιγμή πάντως ή με το ένα ή με το άλλο μέσο φτάναμε επιτέλους στη Βίτσα. Και σταματούσαμε στη στροφή. Κατεβαίναμε φορτωνόμασταν τα μπαγκάζια - ότι μπορούσα τελοσπάντων, κουτσούβελο ήμουν - και η πρώτη στάση ήταν στα ούτε πέντε...περίπου τέσσερα μέτρα. Το ψιλικατζίδικο του Τσουμάνη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά πάντα το πρώτο που παρατηρούσα ήταν οι κρεμασμένες από το ταβάνι κορδέλες για τις μύγες...Είχαν πάνω τους κάποια κόλλα και κάτι που τις τραβούσε προφανώς να το φάνε και κολλούσαν εκεί...Αμέσως μετά "έχανα τη μπάλα" γιατί όλοι οι παππούδες άρχιζαν τα γνωστά " Νικολάκη, πως μεγάλωσες "κτλ. Και τραβούσα απ' το χέρι τον παππού μου για να φύγουμε επιτέλους... Η δεύτερη στάση ήταν σε 100 περίπου μέτρα και έλεγε "Μεσοχώρι" -η πλατεία του χωριού με τον επτακοσίων ετών πλάτανο...Ήταν αλλιώς το γκαλντερίμι...το παλιό. "Νικολή, πάτα στις μαύρες πέτρες οι άσπρες γλυστράνε" ο παππούς..
Και ...μεσοχώρι...Λιγότεροι παππούδες περισσότεροι φίλοι μου... Απ ' τις πιο ωραίες στιγμές. Να φτάνεις μετά από έναν ολόκληρο χρόνο πάλι στο χωριό και οι φίλοι σου να τρέχουν να σε χαιρετήσουν...και πάντα να χτυπάει και η καρδιά σου γιατί δεν ξέρεις αν έχει έρθει η όχι και το κορίτσι που αγαπάς - κρυφά πάντα, που καρδιά να το δείξεις...
Και εκεί, κάτω από τη δροσιά του πλάτανου, μέσα στο μεσημέρι, να ξεκινάει το καλοκαίρι σου και ουσιαστικά.
Κι ο παππούς cool... καμμία βιασύνη να φτάσουμε στο σπίτι - το σπίτι μας ήταν το τελευταίο του χωριού. Στήν κάτω Βίτσα αλλά όσο πιο κάτω πάει. Μου έπαιρνε μια πορτοκαλάδα, έπαιρνε κι αυτός το καφεδάκι του και με άφηνε να παίξω με τα παιδιά. Η καλύτερη μου ήταν να έχει ανέβει στην πλατεία η γιαγιά μου η Ιππολύτη (η μαμά του παππού...προγιαγιά) και να μη χρειαστεί να κατέβω μέχρι το βράδυ στο σπίτι.
Το βράδυ με τον Γκιώνη να ακούγεται κατέβαινα το δεξί γκαλντερίμι και σιγά σιγά ο Γκιώνης χανόταν και άκουγα μόνο τα βήματα στην πέτρα και την ανάσα. Τη δική μου και του παππού. Φτάνοντας στο σπίτι άρχιζε να ακούγεται άλλος Γκιώνης. Prive, δικός μας....Η βαριά εξώπορτα με το νούμερο 10 από πάνω άνοιγε και ακουγόταν το κουδουνάκι... "Φτάσαμε Νικολή μου"...α ρε παππού...Πόσο μόνιμα έμοιαζαν όλα...